Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Πέρασαν τρία χρόνια...Κι όμως ακόμη αδυνατώ να το αποδεχτώ. Όταν  χάνεις έναν άνθρωπο που αγαπάς, έναν άνθρωπο με τον οποίο έχεις κατακτήσει ένα δεσμό τέτοιο που τον καθιστά προέκταση του εαυτού σου είναι πολύ δύσκολο ή μάλλον σχεδόν αδύνατο να αποδεχτείς πως δεν υπάρχει πια. Πως πέρασε στην ιστορία. Το πρόσωπο που μας αφήνει, έγραφε ο μακαριστός μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος, δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να διακηρύσσει την έσχατη αξία μας, την έσχατη σημασία μας. Για να μπορεί να πει και να του πεις κι εσύ «σ’ αγαπώ».
Είναι όμως στη φύση του ανθρώπου ν’ αναζητά παρηγοριά. Να αναζητεί δρόμους παρηγορητικούς για ν’ αντέξει αυτή την απώλεια. Ο πιο σημαντικός παρηγορητικός δρόμος που ανακάλυψα στη διαδικασία του πένθους και της θλίψης είναι η αναφορά στον Κώστα όχι σε χρόνο παρελθόντα, αλλά σε ενεστώτα διαρκείας. Μου χάρισε δυο υπέροχα παιδιά ο Κώστας. Μου χάρισε μια μεγάλη οικογένεια, τ’ αδέλφια του. Μου χάρισε ένα δίκτυο φίλων που κάνουν πράγματα στη μνήμη του. Κι έτσι, η αναφορά στον Κώστα σε χρόνο ενεστώτα διαρκείας, μέσα από την παρουσία και το λόγο όλων αυτών των προσώπων που ανέφερα, μετασχηματίζουν σταδιακά το φαρμάκι σε φάρμακο. Γιατί σταδιακά, ξεφεύγοντας από τον εγωκεντρισμό μου, άρχισα να συνειδητοποιώ πως το φευγιό του Κώστα δεν είναι δική μου μόνο απώλεια. Αλλά μια απώλεια που στερεί από πολλούς κάτι το πολύτιμο, κάτι το πολύτιμο που έχει να κάνει με το παράδειγμα και τη στάση ζωής του Κώστα εν ζωή, με το σημάδι που άφησε, τον σπόρο που έσπειρε και τον καρπό που απέδωσε. Κι ο Κώστας έσπειρε σπόρο γόνιμο. Με τη ανθρωπιά του, την καλοσύνη, την ανεκτικότητα, την έμπρακτη αγάπη του για το περιβάλλον με την ευρεία έννοια που δεν περιλαμβάνει μόνο τα φυσικό περιβάλλον αλλά και τον άνθρωπο. Ετσι, με τη στάση ζωής του, το παράδειγμά του ο Κώστας καταφέρνει να είναι διαρκώς παρών. 

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Σύμπτωση; Ποιος ξέρει; Ακριβώς την ίδια μέρα τρία χρόνια πριν είχα κάνει την τελευταία ανάρτηση. Και σήμερα, δεν ξέρω γιατί, θυμήθηκα το blog μου. Το περιδιάβηκα, ξαναδιάβασα τις αναρτήσεις μου, επιβεβαίωσα για πολλοστή φορά τις εμμονές μου.
Μεσολάβησαν τόσα πολλά σ' αυτά τα τρία χρόνια. Τα περισσότερα στενόχωρα έως δραματικά. Να μην τα απαριθμήσω. Τι νόημα έχει ν' απαριθμείς τις λύπες σου; Μήπως μπορείς να τις ξορκίσεις; Αδικος κόπος. Αμετακίνητες παραμένουν εκεί να μας  στοιχειώνουν..εμάς τους "καθημαγμένους ερασιτέχνες του Πραγματικού μ' ένα μυστήριο που βεβηλώνει τη διάνοια διχάζοντας πριν η δορά της θάλασσας σηκώσει το ανάστημα του Αδη"...




Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Κάθονταν στο «απογευματινό». Στη δροσερή γωνιά του μπαλκονιού, που παραμένει, περιέργως πως, δροσερή ακόμη κι όταν  ο τόπος βράζει.
Καφές, δροσερό νερό, δροσερό αεράκι και βιβλία. Η καλύτερη ώρα της ημέρας…
Εκείνη διάβαζε το «Φονικό φιλί» του Μεχμέτ Σομέρ, εκείνος την «παγκοσμιοποίηση χωρίς μάσκα» των Τζ.Πέτρας-Χ. Βελτμέγιερ.
Αστυνομική λογοτεχνία versus πολιτικά δοκίμια!
Εκείνος ξανθός, εκείνη καταμελάχροινη.
Εκείνη της θεωρίας, εκείνος της πράξης.
Εκείνη διάβαζε διαγωνία κι εκείνος λέξη-λέξη.
Κάποιοι φίλοι τους απορούσαν πώς τα κατάφερναν κι ήταν τριάντα τόσα χρόνια μαζί .
Σήκωσε το βλέμμα από τις σελίδες του βιβλίου της και τον κοίταξε.
Κοίταξε τις ρυτίδες του, τα ξανθόλευκα μαλλιά του, την καλοσχηματισμένη μύτη, το μουστάκι («μην τυχόν και το κόψεις» του έλεγε πάντα κι εκείνος ευτυχώς την άκουγε), τα χέρια του… Το βλέμμα της στάθηκε εκεί. Στα χέρια του. Τα γεμάτα πληγίτσες και γρατζουνιές. Από το λάξεμα της πέτρας, από τον ασβέστη και το τσιμέντο καθώς έχτιζε την πεζούλα,  από το σκάψιμο στη γη για ν’ ανασάνουν και να τραφούν τα δέντρα του. 
Τα δέντρα του που τους είχε δώσει και ονόματα.
-          Η «Εφη» πήρε τ΄απάνω της. Την είδες;
-          Η «Γιάννα» δεν έχει ανάγκη! Κοίτα πώς έδεσε!
Συνήθιζε να δίνει ονόματα αγαπημένων του προσώπων στα δέντρα και τα φυτά. Κι όπως αγκάλιαζε και φρόντιζε τ΄αγαπημένα του πρόσωπα, έτσι τ΄αγκάλιαζε και τα φρόντιζε κι αυτά.

Ηταν κι αυτός ένας λόγος που τον αγαπούσε τόσο, σκέφθηκε κι έμεινε να κοιτά τα χέρια του τα γεμάτα πληγίτσες και γρατζουνιές… 


Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

"Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους..."

Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε το ποίημα του Χιόνη. Απειρες φορές. Εναλλάξ με το μικρό ομότιτλο διήγημα του Γκανά. Εμμονικά σχεδόν. Κι ύστερα έτρεχε ν' αναζητά φωτογραφίες. Μάτια και βλέμματα...Αθώα, τρυφερά, δακρυσμένα, γελαστά, ώριμα, θλιμμένα, θυμωμένα...Ενοιωθε πως κάθε ανημπόρια των χεριών είχε να κάνει με κάποια ανημπόρια στο βλέμμα. Στο πώς βλέπεις, αν βλέπεις...



Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Να έχεις  χέρια καθαρά, της έλεγε. Κι εκείνη έριχνε αμέσως το βλέμμα στα χέρια της κι ύστερα έμενε
να τον κοιτά  με απορία.

Πάντα έτσι θυμόταν τον εαυτό της μικρή. Κάτι να της λέει ο πατέρας κι εκείνη να τον κοιτά με απορία. «Να σου χρωστούν , να μη χρωστάς». «Να κοιτάς τους ανθρώπους στα μάτια». «Να υπερασπίζεσαι με πάθος ό,τι αγαπάς ακόμη κι αν είσαι εσύ η μόνη που το αγαπάς»…

Ισως γι’ αυτό ν’αγάπησε με πάθος ό,τι αγάπησε. Ισως γι’ αυτό ,ακόμη και τώρα ,συχνά-πυκνά κοιτάζει τα χέρια της. 

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ / ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ 
 
 

Σκορπίζουν
των δακρύων οι μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη και παρόν ψάχνουν να κρυφτούν
από τη διαύγειά τους.
Αραιά και πού καμιά τουφεκιά
πότε από κείνο το ευκρινές
χαράκωμα η λύπη πότε από αμυδρότερο.
Στρατηγική να δείξει τάχα
ότι έρχονται ενισχύσεις.
Ας παραδοθεί.
Έχει σχεδόν επικρατήσει η φωτογραφία σου.
Εξαπλώθηκε όπου βρήκε άμαχη επιφάνεια
αποδεκατισμένη αίσθηση πρόθυμη για γαλήνη.
Ανεμίζει στων βλεμμάτων τα υψώματα
όχι σαν έθιμο αδρανές μελαγχολικό
μα ως γενναίος συκοφάντης της απώλειάς σου.
Μέρα τη μέρα πείθει πως τίποτα δεν άλλαξε
ότι ήσουν πάντα έτσι, από χαρτί
εκ γενετής φωτογραφία σε συνάντησα
ανέκαθεν πως έτσι σ’ αγαπούσα γυρολόγα
από εικόνα σε απεικόνιση
κι από απεικόνιση σε εικόνα σου αρκέστηκα.
Μνήμη και παρόν πρέπει να κρυφτούν
από τη διαύγειά τους.
Αραιά και πού καμιά τουφεκιά αμυδρή
μαρτυρία υπέρ σου η λύπη
ας παραδοθεί.
Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε
είναι η απουσία μας.
Κική δημουλά - Υποκατάστατο, από την συλλογή "Χαίρε Ποτέ" (1988)
 

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

The road not taken

"Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα"