Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Κάθονταν στο «απογευματινό». Στη δροσερή γωνιά του μπαλκονιού, που παραμένει, περιέργως πως, δροσερή ακόμη κι όταν  ο τόπος βράζει.
Καφές, δροσερό νερό, δροσερό αεράκι και βιβλία. Η καλύτερη ώρα της ημέρας…
Εκείνη διάβαζε το «Φονικό φιλί» του Μεχμέτ Σομέρ, εκείνος την «παγκοσμιοποίηση χωρίς μάσκα» των Τζ.Πέτρας-Χ. Βελτμέγιερ.
Αστυνομική λογοτεχνία versus πολιτικά δοκίμια!
Εκείνος ξανθός, εκείνη καταμελάχροινη.
Εκείνη της θεωρίας, εκείνος της πράξης.
Εκείνη διάβαζε διαγωνία κι εκείνος λέξη-λέξη.
Κάποιοι φίλοι τους απορούσαν πώς τα κατάφερναν κι ήταν τριάντα τόσα χρόνια μαζί .
Σήκωσε το βλέμμα από τις σελίδες του βιβλίου της και τον κοίταξε.
Κοίταξε τις ρυτίδες του, τα ξανθόλευκα μαλλιά του, την καλοσχηματισμένη μύτη, το μουστάκι («μην τυχόν και το κόψεις» του έλεγε πάντα κι εκείνος ευτυχώς την άκουγε), τα χέρια του… Το βλέμμα της στάθηκε εκεί. Στα χέρια του. Τα γεμάτα πληγίτσες και γρατζουνιές. Από το λάξεμα της πέτρας, από τον ασβέστη και το τσιμέντο καθώς έχτιζε την πεζούλα,  από το σκάψιμο στη γη για ν’ ανασάνουν και να τραφούν τα δέντρα του. 
Τα δέντρα του που τους είχε δώσει και ονόματα.
-          Η «Εφη» πήρε τ΄απάνω της. Την είδες;
-          Η «Γιάννα» δεν έχει ανάγκη! Κοίτα πώς έδεσε!
Συνήθιζε να δίνει ονόματα αγαπημένων του προσώπων στα δέντρα και τα φυτά. Κι όπως αγκάλιαζε και φρόντιζε τ΄αγαπημένα του πρόσωπα, έτσι τ΄αγκάλιαζε και τα φρόντιζε κι αυτά.

Ηταν κι αυτός ένας λόγος που τον αγαπούσε τόσο, σκέφθηκε κι έμεινε να κοιτά τα χέρια του τα γεμάτα πληγίτσες και γρατζουνιές… 


Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

"Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους..."

Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε το ποίημα του Χιόνη. Απειρες φορές. Εναλλάξ με το μικρό ομότιτλο διήγημα του Γκανά. Εμμονικά σχεδόν. Κι ύστερα έτρεχε ν' αναζητά φωτογραφίες. Μάτια και βλέμματα...Αθώα, τρυφερά, δακρυσμένα, γελαστά, ώριμα, θλιμμένα, θυμωμένα...Ενοιωθε πως κάθε ανημπόρια των χεριών είχε να κάνει με κάποια ανημπόρια στο βλέμμα. Στο πώς βλέπεις, αν βλέπεις...



Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Να έχεις  χέρια καθαρά, της έλεγε. Κι εκείνη έριχνε αμέσως το βλέμμα στα χέρια της κι ύστερα έμενε
να τον κοιτά  με απορία.

Πάντα έτσι θυμόταν τον εαυτό της μικρή. Κάτι να της λέει ο πατέρας κι εκείνη να τον κοιτά με απορία. «Να σου χρωστούν , να μη χρωστάς». «Να κοιτάς τους ανθρώπους στα μάτια». «Να υπερασπίζεσαι με πάθος ό,τι αγαπάς ακόμη κι αν είσαι εσύ η μόνη που το αγαπάς»…

Ισως γι’ αυτό ν’αγάπησε με πάθος ό,τι αγάπησε. Ισως γι’ αυτό ,ακόμη και τώρα ,συχνά-πυκνά κοιτάζει τα χέρια της.