Powered By Blogger

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

«Υπήρξε μια εποχή σ’ αυτή την πόλη, που περπατώντας «πολλές φορές τη νύκτα» άκουγα τις αναπνοές των ανθρώπων απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα. Άκουγα τις ερωτικές τους συνομιλίες, τους ψιθυρισμούς τους, τις αγωνίες τους για τις ασήμαντες ή σπουδαίες υποθέσεις. Κι όσο απομακρυνόμουνα στις συνοικίες, τόσο πιο πολύ έμπαινα στη διαφάνεια του κόσμου τους. Τότε η παρουσία του ανθρώπου στις γειτονιές και τα περίχωρα ήταν παντοδύναμη», έλεγε ο Χατζιδάκις σε συνέντευξη που είχε δώσει στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο 40 χρόνια πριν… Σ’ αυτή την ίδια πόλη σήμερα σπάνια βλέπεις ανοιχτά παράθυρα, γι’ αυτό και σπάνια ακούς τις αναπνοές των ανθρώπων. Μπορεί να βλέπεις ανθρώπους να περπατούν στο δρόμο, να κάθονται στο λεωφορείο με ένα κινητό στο χέρι, να στέκονται στην ουρά των ΑΤΜ τη μέρα που κατατίθενται οι συντάξεις και τα επιδόματα, να χαζεύουν στις βιτρίνες των εμπορικών καταστημάτων που ολοένα και λιγοστεύουν, να παίρνουν έναν καφέ στο πόδι σαν αφορμή για να κάνουν ένα τσιγάρο… Ανθρώπους που κοιτάζουν μα δεν βλέπουν. Ανθρώπους που δεν φλερτάρουν και δεν ερωτεύονται. Ανθρώπους που λένε ίσως μια καλημέρα και στη συνέχεια κλείνονται για ώρες σε ένα γραφείο, ή κλειδαμπαρώνονται στο σπίτι τους με την πόρτα ασφαλείας κοιτάζοντας από το «ματάκι» όταν ακούν κάποιο θόρυβο… Σ’ αυτή την ίδια πόλη κανείς σχεδόν δεν αγοράζει εφημερίδα. Είναι μπαγιάτικη η ύλη τους, λένε, γι’ αυτό και ενημερώνονται από το διαδίκτυο. Μια ενημέρωση που περιορίζεται στους τίτλους της ροής των ειδήσεων και στη συνέχεια ρίχνει το βάρος στα λαμπερά ονόματα της εγχώριας showbiz…Πού έφαγε η τάδε με τον επιχειρηματία σύντροφο της, πού ταξίδεψε η δείνα influencer, πότε έκανε η κυρία τάδε unfollow τον πρώην σύντροφο της. Και μετά από αυτή την περιήγηση έρχεται η μεγάλη ώρα της εκτόνωσης και της επικοινωνίας με το facebook, το Instagram και το Τικ-Τοκ. Στα μέσα δηλαδή όπου επικοινωνείς βάζοντας καρδούλες, like, Χρόνια πολλά Dimitris! – που στο προσφέρει έτοιμο το facebook όταν σου θυμίζει πως ο φίλος σου ο Δημήτρης έχει γενέθλια- ή εκτονώνεσαι βρίζοντας χολερικά τον τάδε πολιτικό ή τον δείνα καλλιτέχνη γιατί πρόδωσε την Αριστερά μολονότι εσύ έχεις πάψει προ πολλού να έχεις σχέση μαζί της θεωρώντας πως πλέον δεν υφίσταται…
Αυτή η πόλη με τον υπερπληθυσμό και τις θηριώδεις κλίμακες της για τα ανθρώπινα μέτρα έχει γίνει απάνθρωπη. Και η μόνη απάντηση στην απανθρωπιά είναι να ξαναγίνουμε άνθρωποι που εκπέμπουν ευγένεια, παιδεία και ήθος. Άνθρωποι που επικοινωνούν δια ζώσης, που ανταλλάσσουν επισκέψεις στα σπίτια, που συζητούν για την ταινία ή το θεατρικό που είδαν, που ακούν παρέα μουσικές, που γλεντάνε με το τίποτα, μ’ ένα ποτήρι κρασί κι ένα μεζέ ρεφενέ. Άνθρωποι που στην καλημέρα τους προσθέτουν κι ένα «είσαι καλά;», «πώς πάει η μητέρα σου με τα προβλήματα υγείας;», «χρειάζεσαι μήπως κάτι;»… Νοσταλγώ, είναι αλήθεια. Νοσταλγώ τις εποχές που μαζευόμασταν στα σπίτια παρέες και περνούσαμε υπέροχα χωρίς να χρειάζεται να έχουμε ετοιμάσει πρώτο πιάτο, κυρίως πιάτο και επιδόρπιο. Τις εποχές που πηγαίναμε σινεμά -μόνο για σινεμά έφταναν τα χρήματα που είχαμε- και περνούσαμε ολόκληρη νύχτα στα πάρκα της πόλης συζητώντας για τους συμβολισμούς που υποκρύβονταν στο «Γάμο» του Βάϊντα, στο «Λόγο» του Κάρλ Ντράγιερ, και τα συναισθήματα που μας προκάλεσε το σχόλιο για τη φρίκη του πολέμου μέσα από τους πίνακες του Γκόγια στο «Βάθος του ουρανού είναι κόκκινο». Νοσταλγώ τις εποχές της συλλογικότητας και του «εμείς» και ζω με την ελπίδα πως κάποια στιγμή το βαρέλι θα φτάσει στον πάτο του κι ίσως έτσι υποχρεωθούμε να αναστοχαστούμε και να επιστρέψουμε στις «βασικές μας τις αρχές» για να θυμηθούμε και τον Σαββόπουλο της νιότης μας. Αρετή Καλεσάκη, Νοέμβρης 2025